Επιστροφή στην Αχαράβη: Καταγραφή και ανάλυση του ηχητικού περιβάλλοντος και ηχοτοπίου μιας προστατευόμενης περιοχής
Συγγραφείς
Θεοφάνης Μαραγκός, Άγγελος Τσαλιγόπουλος, Νικόλαος Στεφανάκης, Ανδρέας Μνιέστρης, Αθανάσιος Επιτήδειος, Γιάννης Ματσίνος, Διονύσιος Θ. Γ. Κατερέλος
Σύνοψη
Το ηχητικό περιβάλλον περιέχει πληροφορία που αντανακλά οικολογικές διεργασίες του φυσικού περιβάλλοντος. Λόγω της δυναμικότητάς του, ο ήχος λειτουργεί ως δείκτης βιωσιμότητας, καθώς οι μεταβολές και οι ανθρώπινες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον δημιουργούν ηχητικό αποτύπωμα που αντικατοπτρίζει την περιβαλλοντική υγεία μιας περιοχής. Επομένως, ο ήχος αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της περιβαλλοντικής υγείας, ιδιαίτερα σε προστατευόμενες περιοχές.
Η περιοχή της Αχαράβης στη βόρεια Κέρκυρα με τη χαρακτηριστική ρηχή λιμνοθάλασσα Αντινιώτη, αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον οικοσύστημα που φιλοξενεί μια πληθώρα πουλιών και μικρών θηλαστικών. Παρά το γεγονός πως η λιμνοθάλασσα Αντινιώτη στο Ιόνιο προστατεύεται από τη συνθήκη Natura 2000, η ανάγκη προστασίας της εντείνεται καθώς σχεδιάζεται η ανέγερση μεγάλης ξενοδοχειακής μονάδας. Το 2006, η ευρύτερη περιοχή της λιμνοθάλασσας αποτέλεσε τον τόπο διεξαγωγής μιας εκτεταμένης έρευνας με σκοπό τη χωροχρονική καταγραφή του ηχητικού περιβάλλοντος, καθώς και την ανάπτυξη θεματικών χαρτών ήχου. Αυτή η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την πρώτη στην Ελλάδα διεπιστημονική ομάδα Ακουστικής Οικολογίας, η οποία ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του EPHMEE (Εργαστήριο Ηλεκτροακουστικής Έρευνας και Εφαρμογών) του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου στο πλαίσιο μια δράσης του Επιχειρησιακού Προγράμματος Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης [ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ].
Σκοπός της συγκεκριμένης έρευνας είναι η επανάληψη της χωροχρονικής καταγραφής του ηχητικού περιβάλλοντος της Αχαράβης, αξιοποιώντας επικαιροποιημένα εργαλεία και μεθόδους του κλάδου της οικολογικής ακουστικής (ecoacoustics). Δώδεκα χρόνια μετά την αρχική προσπάθεια, την περίοδο 2018-2019, πραγματοποιήθηκαν καταγραφές σε 5 σημεία της λιμνοθάλασσας καλύπτοντας το βορειότερο και πιο απομονωμένο τμήμα της. Χρησιμοποιώντας το ίδιο πρωτόκολλο καταγραφών, συλλέχθηκαν ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα σε δύο χρονικούς κύκλους, έναν ημερήσιο και έναν εποχιακό. Ο ημερήσιος κύκλος περιλάμβανε οκτώ δεκάλεπτες δειγματοληψίες σε ένα εικοσιτετράωρο (μία για κάθε τρεις ώρες), ενώ ο εποχιακός τέσσερις περιόδους για ένα έτος (μία για κάθε ηλιοστάσιο και ισημερία).
Για τους σκοπούς της έρευνας, συλλέχθηκαν ποιοτικά δεδομένα καταγραφής και κατηγοριοποίησης των ηχητικών πηγών μέσω της συμπλήρωσης εντύπων καταγραφής πεδίου. Πιο συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε κατηγοριοποίηση της ανθρωπογενούς, βιολογικής ή γεωφυσικής προέλευσης των ηχητικών πηγών, ενώ σημειώθηκε η λειτουργική τους σημασία (ήχοι προσκηνίου ή υποβάθρου). Τα ποσοτικά δεδομένα προέκυψαν μέσω ηχογραφήσεων υψηλής ποιότητας και πιστότητας σε όλα τα σημεία, με στερεοφωνική τεχνική (Mid/Side) το 2006, και με τρισδιάστατη τεχνική (μέθοδο ambisonics) το 2018-2019. Τα ασυμπίεστα WAVE αρχεία αναλύθηκαν στο λογισμικό στατιστικής ανάλυσης R χρησιμοποιώντας τα πακέτα seewave, tuneR, ineq και soundecology προκειμένου να εξαχθούν οι ακουστικοί δείκτες βιοποικιλότητας. Αναλυτικότερα, εξήχθησαν οι δείκτες ακουστικής πολυπλοκότητας (Acoustic Complexity Index), ακουστικής ποικιλίας (Acoustic Diversity Index), ο δείκτης βιοακουστικής (BIO index), ο δείκτης κανονικοποιημένης διαφοράς ηχοτοπίου NDSI και ο δείκτης φασματικής εντροπίας (Spectral Entropy). Επίσης, πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονες ηχομετρήσεις με χρήση ηχόμετρου και φασματικού αναλυτή υψηλής ακρίβειας (class 1), Cesva SC-310 το 2006 και Bruel & Kjaer Type 2250. Συγκεκριμένα, στις ηχομετρήσεις καταγράφηκε για κάθε χρονικό διάστημα (15 sec) η ισοδύναμη συνεχής ηχητική στάθμη Leq με σταθμισμένα φίλτρα Α και Ζ καθώς επίσης και σε πραγματικό χρόνο η ηχητική στάθμη ανά οκτάβα από 31.5 Hz - 16 kHz.
Στην παρούσα έρευνα, η στατιστική ανάλυση περιλάμβανε τη σύγκριση των μέσων τιμών των παλαιότερων και σύγχρονων δεδομένων, με σκοπό την ανίχνευση στατιστικά σημαντικών μεταβολών. Επιπλέον, διενεργήθηκαν αναλύσεις συσχέτισης για την εκτίμηση της σχέσης μεταξύ των επιπέδων θορύβου και των δεικτών ακουστικής βιοποικιλότητας, παρέχοντας ενδείξεις για την επίδραση του ανθρώπινου θορύβου στο ηχητικό περιβάλλον. Παράλληλα, εξήχθησαν συμπεράσματα για τη μεταβολή της ηχητικής στάθμης της υπό έρευνας περιοχής ανά εποχή αλλά και συνολικά, ενώ μελετήθηκαν οι τροποποιήσεις όσον αφορά την υποκειμενική διάσταση μέσω της μελέτης ηχοτοπίου που πραγματοποιήθηκε.
Από την ανάλυση των δεδομένων προέκυψαν σημαντικές μεταβολές στους δείκτες ακουστικής βιοποικιλότητας κατά τις διάφορες περιόδους δειγματοληψίας, καθώς και μεταβολή στα επίπεδα θορύβου. Επιπρόσθετα, ήταν εμφανής η επίδραση του ανθρωπογενούς θορύβου στη βιολογική πολυπλοκότητα και ποικιλία. Η έρευνα αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη για προστασία του φυσικού περιβάλλοντος από ανθρώπινες επεμβάσεις και πιέσεις ενώ επισημαίνει τη χρησιμότητα του ήχου ως δείκτη για την ταχεία και αξιόπιστη παρακολούθηση της περιβαλλοντικής υγείας σε προστατευόμενες περιοχές.