Ακουστο-απτική διέγερση και αισθησιοκινητικός συγχρονισμός: μία μουσική διδακτική παρέμβαση
Συγγραφείς
Μάρθα Παπαδόγιαννη-Κουραντή, Κωνσταντίνος Μπακογιάννης, Χριστίνα Αναγνωστοπούλου, Αρετή Ανδρεοπούλου
Σύνοψη
Κατά την ακρόαση της μουσικής βιώνουμε (συνήθως ασυνείδητα) μία πολυτροπική εμπειρία, όπου ακουστικές και απτικές πληροφορίες ολοκληρώνονται και επεξεργάζονται σε έναν κοινό εγκεφαλικό ρου. Η υποκείμενη χρονική περιοδικότητα κάθε μουσικού γεγονότος μπορεί να προβλεφθεί μέσα από την σύζευξη της αντίληψης του παλμού και αυτής της αυθόρμητης σωματικής αντίδρασης στην οποία δόθηκε ο όρος αισθησιοκινητικός συγχρονισμός. Εμπειρικές έρευνες έχουν δείξει ότι ο αισθησιοκινητικός συγχρονισμός με χτύπημα του χεριού παρουσιάζει βελτίωση όταν κυριαρχούν οι χαμηλές συχνότητες. Η απτική διέγερση επηρέαζει παράλληλα την αντίληψη χαρακτηριστικών του ήχου, όπως είναι η ένταση και χρονικών χαρακτηριστικών όπως ο παλμός. Η έκθεση σε επαναλαμβανόμενη απτική διέγερση που δεν απαιτεί την αντιληπτική προσοχή ή την ενεργό εμπλοκή των συμμετεχόντων υποστηρίζεται ότι επηρεάζει την απτική αντιληπτική ικάνοτητα του ανθρώπου.
Με αφετηρία τις θεωρητικές και εμπειρικές αναφορές στον αισθησιοκινητικό συγχρονισμό και την απτική διέγερση, η παρούσα πρόταση εξετάζει τις πιθανές επιδράσεις μίας διδακτικής παρέμβασης στο μάθημα της μουσικής αγωγής στο δημοτικό σχολείο, που περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενη απτική διέγερση. Τα ευρήματα που αναλύονται αποτελούν μέρος μίας μεγαλύτερης πειραματικής έρευνας που ολοκληρώθηκε στα πλαίσια της διδακτορικής διατριβής “Auditory-tactile music perception: examining beat sensisivity and sensorimotor synchronization in education context” στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ (Φεβρουάριος 2024).
Στην έρευνα συμμετείχαν 60 παιδιά ηλικίας 8 έως 10 ετών. Η μεταφορά των δονήσεων πραγματοποιούνταν μέσω μίας κατασκευής που αποτελείτο από 10 πλάκες μοριοσανίδας, κάτω από τις οποίες εφάπτονταν 10 συσκευές μεταφοράς χαμηλών συχνοτήτων. Η έρευνα ακολούθησε μία μικτή μεθοδολογία, περιλαμβάνοντας ποσοτικές μετρήσεις και ποιοτικές συνεντεύξεις, με τη μορφή του προελέγχου-μεταελέγχου. Τα παιδιά ολοκλήρωσαν 16 διδακτικές παρεμβάσεις.
Οι ποσοτικές μετρήσεις είχαν σκοπό να αξιολογήσουν την ικανότητα συγχρονισμού των παιδιών της πειραματικής ομάδας και της ομάδας ελέγχου, χρησιμοποιώντας τρεις διαφορετικούς μετρονόμους: 80, 100, 120 BPM. Τα παιδιά κλήθηκαν να συγχρονιστούν με την ισόχρονη παλμική ακολουθία που άκουγαν χτυπώντας με μία μπαγκέτα ένα ηλεκτρονικό τύμπανο. Κάθε δοκιμασία πραγματοποιήθηκε τρεις φορές: πριν την έναρξη της έρευνας, κατά τη διάρκειά της και μετά την ολοκήρωση της διδακτικής παρέμβασης, ώστε να αποτυπωθούν τυχόν στατιστικά σημαντικές διαφορές τόσο μεταξύ της πειραματικής ομάδας και της ομάδας ελέγχου, όσο και μέσα στην ίδια ομάδα. Επιπλέον, στην αρχή κάθε μέτρησης τα παιδιά καλούνταν να χτυπήσουν την μπαγκέτα τους, όσο πιο σταθερά μπορούσαν για 30 sec σε μία ταχύτητα της επιλογής τους. Το αυθόρμητο αυτό χτύπημα ορίζεται ως spontaneous motor ή self-paced tapping. Προγενέστερες μελέτες υποστηρίζουν ότι η ταχύτητα με την οποία χτυπάμε αυθόρμητα χωρίς κάποιο εξωτερικό ερέθισμα συνδέεται με την απόδοση συγχρονισμού. Συγκεκριμένα η απόδοση αυτή εμφανίζεται υψηλότερη σε BPM που είναι κοντά στην “πηγαία” ταχύτητά μας. Η ερευνητική υπόθεση υποστήριζε ότι, κατά τη διάρκεια της παρέμβασης η πειραματική ομάδα θα εμφάνιζε στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση στον συγχρονισμό σε μετρονομικό παλμό, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Επιπλέον, υποθέσαμε ότι τα μεγαλύτερα παιδιά θα εμφάνιζαν πιο ακριβή ικανότητα συγχρονισμού στον παλμό. Παράλληλα υποθέσαμε πώς κάθε παιδί θα χτυπούσε με μεγαλύτερη ακρίβεια στον παλμό που η ταχύτητά του ήταν πιο κοντά στην ταχύτητα του προσωπικού, πηγαίου χτυπήματός του και πώς, ανεξάρτητα από τη διδακτική παρέμβαση, τα παιδιά μικρότερης ηλικίας τείνουν να χτυπούν σε πιο γρήγορες ταχύτητες από τα μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά.
Εξαιτίας της υψηλής μεταβλητότας στα χτυπήματα των παιδιών, η ανάλυση των δεδομένων έγινε με μεθόδους στατιστικής ανάλυσης κυκλικών δεδομένων. Χρησιμοποιήθηκε το CircStat toolbox της MATLAΒ. Η πρώτη μας υπόθεση ότι τα παιδιά της πειραματικής ομάδας θα παρουσίαζαν μεγαλύτερη βελτίωση δεν υποδείχθηκε από τα δεδομένα. Ο τύπος της διδακτικής παρέμβασης (με-χωρίς δόνηση) φάνηκε να μην έχει κάποια επίδραση στις αισθησιοκινητικές δεξιότητες, υπονοώντας ότι τα παιδιά μπορεί να επωφελήθηκαν μόνο από την διδακτική προσέγγιση. Τα αποτελέσματα υπέδειξαν ότι δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ της απόδοσης των παιδιών στον συγχρονισμό με μετρονόμους και το αυθόρμητο χτύπημα. Παρόλα αυτά, τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την υπόθεση ότι η μεταβλητότητα στην απόδοση μειώνεται κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, αλλά παραμένει υψηλή για παιδιά ηλικιών κάτω των 10 ετών. Παράλληλα, τα δεδομένα μας συμφώνησαν με παλαιότερα ευρήματα, ότι τα μεγαλύτερα παιδιά χτυπούν με πιο αργή ταχύτητα σε σχέση με τα μικρότερης ηλικίας παιδιά.
Σύμφωνα με τα παρόντα συμπεράσματα, οι επιδράσεις μία διδακτικής της μουσικής αγωγής με ταυτόχρονη απτική διέγερση θα πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω. Οι ατομικές δεξιότητες συγχρονισμού αναπτύσσονται με αρκετά διαφορετικούς ρυθμούς, ακόμη και σε παιδιά ίδιας ηλικιακής ομάδας και φαίνεται να επηρεάζονται από τη λεπτή κινητικότητα. Η έντονη διαφοροποίηση στην ακρίβεια και την σταθερότητα των χτυπημάτων μπορεί επίσης να οφείλεται σε ακουστικές ιδιαιτερότητες των πειραματικών ηχητικών παραδειγμάτων, προτείνοντας την χρήση ερεθισμάτων με διαφορετικά ακουστικά χαρακτηριστικά.