Πρώιμες ενδείξεις συνειδητής διαχείρισης της ηχητικής χωρικότητας στην αρχαιοελληνική τραγωδία και κωμωδία
Συγγραφείς
Στέφανος Ζάγκος, Αρετή Ανδρεοπούλου
Σύνοψη
Η παρούσα μελέτη διερευνά τυχόν πρώιμες ενδείξεις δημιουργικού χειρισμού του χωρικού ήχου στους αρχαίους ελληνικούς χρόνους, ξεκινώντας από τον διθύραμβο και λοιπές παραστάσεις πρωτόγονου θεατρικού χαρακτήρα που εκτελούνταν από σατύρους και καταλήγοντας στην αρχαιοελληνική τραγωδία και κωμωδία.
Η διαλεκτική της μουσικής με την παράμετρο του χώρου μαρτυρείται για πρώτη φορά στον διθύραμβο, το παλαιότερο λατρευτικό άσμα του Διονύσου. Τον Χορό στους διθυράμβους πιστεύεται ότι συγκροτούσαν πενήντα άνδρες που όρχουνταν και τραγουδούσαν κυκλικά (Gregory, 2010). Το ποιητικό κείμενο συνόδευε συνήθως αυλητής, ο οποίος στεκόταν στο μέσον του Χορού (Gregory, 2010 p. 208). Ο Αρχίλοχος ο Πάριος χρονολογεί τον διθύραμβο ήδη από το πρώτο μισό του 7ου π.Χ. αιώνα αναφωνώντας: “ὡς Διωνύσου ἄνακτος καλὸν ἐξάρξαι μέλος οἶδα διθύραμβον οἴνῳ συγκεραυνωθεὶς φρένας”. Κατά τον Richard Schechner τα άσματα προς τιμήν του Διονύσου είναι μια μορφή επιτέλεσης στην οποία τα όρια μεταξύ θεατή και τέλεσης υπάρχουν επειδή ο διθύραμβος συνδυάζει το processional mode (πομπική κατάσταση) με το narrative mode (αφηγηματική λειτουργία) (Ευαγγελίδου, 2015).
Στην αριστοτελική Ποιητική βρίσκει κανείς τη φράση “ ἀπό τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον”, η οποία αναφερόταν στην δραματική αντιπαράθεση μεταξύ του χορού και του πρώτου τραγουδιστή. Αυτή η αντιπαράθεση όμως εκφραζόταν όμως και μέσω του διαχωρισμού στον χώρο. Δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο πότε απομακρύνθηκε και διαχωρίστηκε ο πρώτος τραγουδιστής από την ομάδα του χορού. Η χρονολογία 534 π.Χ. είναι κατά τον Lesky ανακριβής. Πρόκειται στην ουσία για την χρονολογία που συνήθως εμφανίζεται ως ο χρόνος έναρξης της προκλασικής τραγωδίας, στην οποία ο Θέσπης φέροντας στο προσκήνιο ένα μέλος του χορού σε ρόλο υποκριτή θέτει τις βάσεις της τραγωδίας των κλασικών χρόνων (Lesky, 2007).
Στην παρούσα μελέτη, η ανάλυση των σωζόμενων αρχαιοελληνικών τραγωδιών και κωμωδιών με σκοπό την ανάδειξη ενδείξεων χωρικής διαχείρισης του ήχου υλοποιείται με βάση τρεις άξονες, σε μια προσπάθεια να αναδειχθούν “δυναμικά παραδείγματα” χωρικότητας είτε ως “κρυμμένες σκηνοθετικές οδηγίες”, τις οποίες δίνει ο ποιητής, είτε ως παραθέματα από τον λόγο των ηρώων. Οι άξονες αυτοί, οι οποίοι εκφράζουν διαφορετικές σχέσεις μεταξύ της κίνησης των υποκριτών στο χώρο και της κατεύθυνσης του ήχου σε συγχρονία, είναι οι ακόλουθοι:
1. Κίνηση του Χορού στη σκηνή - διάλογος με έναν ή δύο υποκριτές: Η εφαρμογή του εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στις Παρόδους και τις Εξόδους του Χορού. Κατά την Έξοδο ‒ ειδικά στην κωμωδία ‒ ο Χορός συχνά φεύγει χωρισμένος, από διαφορετικές παρόδους. Ακόμη καταγράφονται παραδείγματα, όπου δύο πρόσωπα διαλέγονται στίχο προς στίχο ή σε ημιστίχια (στιχομυθία ή αντιλαβή αντίστοιχα). Αφορά, ηχητικές πηγές που πλησιάζουν, απομακρύνονται, και αλλάζουν κατεύθυνση, όταν ο ηθοποιός αποκόπτεται από το σύνολο και κινείται στον χώρο.
2. Χρήση μηχανών και θεϊκή επιφάνεια: Εξετάζεται εμφάνιση θεϊκών προσώπων με τη χρήση της “μηχανής”, ενός γερανού πρώιμου τύπου. Οι θεοί στέκονται σε σχετική απόσταση από αυτούς στους οποίους απευθύνονται. Έτσι αποκτούν συνολική θέα των γεγονότων και παράλληλα μένουν αποστασιοποιημένοι από τη δράση.
3. Χρήση βοηθητικού Χορού-χωρισμός του Χορού σε ημιχόρια: Πολλές φορές, η δραματική λειτουργία ενός έργου ενισχύεται με δεύτερο Χορό που ονομάζεται παραχορήγημα. Ειδική περίπτωση αποτελεί η διάσπαση του κύριου Χορού σε ημιχόρια. Τότε μελετάται η συνύπαρξη δύο αυτοδύναμων ηχητικών πηγών.
Στον Αριστόφάνη, παραδείγματα έργων με ενδείξεις διερεύνησης και χρήσης πρώιμων στοιχείων χωρικότητας αποτελούν οι Ιππής και οι Νεφέλες, όπου παρατηρούνται προμηνύματα της εισόδου του Χορού στη σκηνή. Πιο συγκεκριμένα, ο Σωκράτης στους στίχους 224-235 κατέρχεται αεροβατώντας προς τον Στρεψιάδη (άξονας 2). Πιο κάτω τον ρωτά αν νιώθει τη φωνή και τη θεϊκή βροντή των Νεφελών (άξονας 1). Επίσης αξίζει να αναφερθούν οι Όρνιθες, όπου παρουσιάζονται δυο θεοί, ο Ποσειδώνας και η Ίριδα (άξονας 2), οι Αχαρνής με τον Λάμαχο να βγαίνει από τη μια πάροδο και το Χορό να συνοδεύει το Δικαιόπολη από την αντίθετη πάροδο (άξονας 1) (Dover, 2010 p. 122) καθώς επίσης οι Βάτραχοι με την εμφάνιση δύο χορών -Χορός μυστών του Ίακχου και βοηθητικός χορός βατράχων (άξονας 3). Αντίστοιχα παραδείγματα των αξόνων συναντά κανείς στον Αισχύλο (Ευμενίδες, Προμηθέας Δεσμώτης κ.α.), στον Σοφοκλή (Αίας, Οιδίπους επί Κολωνώ κ.α.), και στον Ευριπίδη (Άλκηστις, Μήδεια, Εκάβη, Ελένη, Τρωάδες κ.α.).
Συνοψίζοντας, η εν λόγω μελέτη θα προσεγγίσει τις απαρχές της ηχητικής χωρικότητας στην αρχαιοελληνική λατρευτική (διθύραμβος) και δραματική (τραγωδία/κωμωδία) μουσική και προσωδία, εστιάζοντας στα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα χωρικής διαχείρισης του ήχου όπως αυτά αποτυπώνονται στις “κρυμμένες σκηνοθετικές οδηγίες” των ποιητών και στον λόγο των ηρώων.