Ο ρόλος της οπτικής επικοινωνίας στη Δικτυακή Μουσική Εκτέλεση
Συγγραφείς
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΙΟΥΤΑΣ, Κωνσταντίνος Θεόδωρος Τσάμης, Χρυσούλα Αλεξανδράκη
Σύνοψη
Στη Δικτυακή Μουσική Εκτέλεση (ΔΜΕ), δηλαδή την μουσική εκτέλεση μέσω δικτύου υπολογιστών, η επικοινωνία των μουσικών βασίζεται πρωτίστως, αν και όχι αποκλειστικά, στην ανταλλαγή ψηφιακών ροών ήχου και η εικόνας. Η αναγκαιότητα της ΔΜΕ αναδείχθηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πρόσφατης πανδημίας όπου πρωτίστως στην εκπαίδευση, η συνεργασία και επικοινωνία μέσω Διαδικτύου έγινε απαραίτητη. Ειδικά η μουσική εκπαίδευση μέσω Διαδικτύου αξιοποιεί συστήματα ΔΜΕ.
Στα σενάρια Διαδικτυακών μουσικών συναυλιών, η καθυστέρηση του ήχου λόγω καθυστέρησης του Διαδικτύου διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς καθιστά δύσκολο και στις περισσότερες περιπτώσεις αδύνατο το συγχρονισμό των μουσικών. Πολυάριθμες είναι οι έρευνες που μελετούν την επίδραση της καθυστέρησης του ήχου στην ΔΜΕ. Οι έρευνες αυτές φαίνεται να συμφωνούν στο γενικό συμπέρασμα ότι κατά την παρουσία δικτυακής καθυστέρησης, οι μουσικοί τείνουν να επιβραδύνουν το τέμπο της μουσικής εκτέλεσης σε μια προσπάθεια να συγχρονιστούν με τους συνεργάτες τους.
Οι έρευνες αυτές εστιάζουν πρωτίστως στην ηχητική επικοινωνία θεωρώντας ότι η οπτική επικοινωνία των μουσικών είναι συμπληρωματική ή/και δευτερεύουσα. Εντούτοις, εστιάζοντας στην περίπτωση της μουσικής εκπαίδευσης, όπου δάσκαλος και μαθητής αλληλεπιδρούν με πολλαπλά αισθητηριακά μέσα, η καθυστέρηση του ήχου δεν αποτελεί απαραίτητα απαγορευτικό παράγοντα. Σε ένα μάθημα μουσικής η ταυτόχρονη μουσική εκτέλεση δάσκαλου και μαθητή δεν είναι προϋπόθεση για τη διεξαγωγή μαθήματος. Αντίθετα, προϋπόθεση για τη διεξαγωγή μαθήματος μουσικής είναι η δυνατότητα οπτικής επικοινωνίας.
Αυτή η εργασία εξετάζει το ρόλο της οπτικής επικοινωνίας σε συνεδρίες ΔΜΕ, χωρίς όμως να επικεντρώνεται στη μουσική εκπαίδευση, ώστε να εξαχθούν γενικότερα συμπεράσματα για τη ΔΜΕ. Πραγματοποιήσαμε μια σειρά από πειράματα με δέκα (10) μουσικούς (πέντε ζευγάρια), οι οποίοι επικοινωνούσαν μέσω του τοπικού δικτύου του τμήματος Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής του ΕΛΜΕΠΑ. Στα πειράματα αυτά χρησιμοποιήθηκε λογισμικό το οποίο εισάγει μεταβλητή καθυστέρηση στην ηχητική επικοινωνία. Οι μουσικοί επιπρόσθετα με την ηχητική επικοινωνία, είχαν οπτική επικοινωνία με χρήση συνδεδεμένων καμερών και οθονών από άκρο σε άκρο. Η οπτική επικοινωνία είχε σταθερή καθυστέρηση της τάξεως των 64ms από τον ένα μουσικό στον άλλον. Τα πειράματα βασίστηκαν στη μεθοδολογία επαναλαμβανόμενων μετρήσεων (repeated measurements) . Συγκεκριμένα οι μουσικοί κλήθηκαν να πραγματοποιήσουν δύο (2) σενάρια τα οποία περιελάμβαναν επτά (7) επαναλήψεις το καθένα. Σε κάθε επανάληψη, η καθυστέρηση του ήχου είχε διαφορετική τιμή μέσα σε ένα εύρος τιμών από 17ms έως 60ms από το ένα άκρο στο άλλο. Πριν την πειραματική διαδικασία ζητήθηκε από τους μουσικούς να προετοιμάσουν ένα μουσικό θέμα της επιλογής τους το οποίο να μην υπερβαίνει σε διάρκεια το ένα λεπτό. Η επιλογή αυτή έγινε σκόπιμα ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα όπως η επίδραση της πράξης (practice effect) που συναντάται σε περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων μετρήσεων. Η προετοιμασία λάμβανε χώρα στον έναν από τους δύο χώρους του που επιλέχθηκαν για τη διεξαγωγή των πειραμάτων και χωρίς χρήση τεχνολογικών μέσων. Κατόπιν της προετοιμασίας ακολουθούσε η πειραματική διαδικασία. Κατά το Σενάριο 1 (πρώτες επτά επαναλήψεις) οι μουσικοί εκτέλεσαν το κομμάτι που προετοίμασαν χωρίς οπτική επαφή ενώ πραγματοποίησαν άλλες επτά επαναλήψεις κατά το Σενάριο 2 με οπτική επαφή.
Προκειμένου να γίνει συλλογή δεδομένων προς ανάλυση, εφαρμόστηκε η μέθοδος της υποκειμενικής αξιολόγησης (subjective evaluation), με χρήση ηλεκτρονικών ερωτηματολογίων τα οποία οι μουσικοί κλήθηκαν να απαντήσουν μετά από κάθε επανάληψη. Οι ερωτήσεις αφορούσαν την αξιολόγηση ζητημάτων όπως η αντίληψη της καθυστέρησης, η δυνατότητα συγχρονισμού ανάμεσα στους μουσικούς, η γενικότερη εμπειρία στην κάθε επανάληψη, αλλά και η χρησιμότητα της οπτικής επικοινωνίας. Η αξιολόγηση έγινε με χρήση ψυχομετρικής κλίμακας Likert από 1 έως 7. Επιπρόσθετα με τα ερωτηματολόγια, καταγράφηκαν οι ροές ήχου και βίντεο κατά τη διάρκεια των πειραμάτων. Οι καταγραφές βίντεο εστίαζαν στα πρόσωπα των μουσικών, προκειμένου να επιτραπεί η αναγνώριση εκφράσεων προσώπου με εργαλεία υπολογιστικής όρασης. Συμπληρωματικά, οι καταγραφές ήχου βοήθησαν μέσω της ευθυγράμμισής τους με τις εκφράσεις προσώπου στην επικύρωση των απαντήσεων που υποβλήθηκαν μέσω των ερωτηματολογίων.
Για την ανάλυση των ερωτηματολογίων, εφαρμόστηκαν στατιστικά εργαλεία κατάλληλα για τη μεθοδολογία των επαναλαμβανόμενων μετρήσεων. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων καταδεικνύουν ότι παρόλο που η οι μουσικοί επικεντρώνονται στην ηχητική πληροφορία, επιβεβαιώνοντας προηγούμενες έρευνες, υπάρχουν ενδείξεις ότι σε συνθήκες αυξημένης καθυστέρησης της ηχητικής πληροφορίας οι μουσικοί τείνουν να στρέφουν τη προσοχή τους προς την οθόνη αναζητώντας μηχανισμούς αντιμετώπισης της αυξημένης ηχητικής καθυστέρησης. Αν και το δείγμα των δέκα μουσικών μπορεί να χαρακτηριστεί ως στατιστικά αδύναμο, τα ευρήματα φανερώνουν ότι η οπτική επαφή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη συνεργασία κατά τη ΔΜΕ.